ευχειρία

εὐχειρία και ιων. τ. εὐχειρίη, ἡ (Α) [εύχειρ]
1. ικανότητα, δεξιότητα, εμπειρία
2. δεξιοτεχνία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐχειρία — εὐχειρίᾱ , εὐχειρία manual dexterity fem nom/voc/acc dual εὐχειρίᾱ , εὐχειρία manual dexterity fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχειρίᾳ — εὐχειρίᾱͅ , εὐχειρία manual dexterity fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχειρίας — εὐχειρίᾱς , εὐχειρία manual dexterity fem acc pl εὐχειρίᾱς , εὐχειρία manual dexterity fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχειρίαν — εὐχειρίᾱν , εὐχειρία manual dexterity fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχειρίαις — εὐχειρία manual dexterity fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχειρίη — εὐχειρία manual dexterity fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχειρίην — εὐχειρία manual dexterity fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχειρίης — εὐχειρία manual dexterity fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.